ευθύπνους

εὐθύπνους, -ουν και εὐθύπνοος, -οον (Α)
1. (για άνεμο) αυτός που πνέει κατευθείαν («θοαῑς... ἄν ναυσὶ πόρευσαν εὐθυπνόου Ζεφύροιο πομπαί», Πίνδ.)
2. (για πρόσωπο) αυτός που αναπνέει ελεύθερα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευθυ-* + -πνους (< πνόος < πνοή), πρβλ. πυρί-πνους, ά-πνους].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐθύπνους — εὐθύπνοος straight blowing masc/fem nom pl εὐθύπνοος straight blowing masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερίπνους — ἐρίπνους, ουν (Α) αυτός που φυσάει δυνατά, που έχει ισχυρή πνοή. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. μόριο ερι + πνους (< πνοος), τ. στον οποίο απαντά η λ. πνοή (< πνέω) ως β’ συνθετικό (πρβλ. ευθύπνους, ηδύ πνους)] …   Dictionary of Greek

  • ευθυ- — (ΑΜ εὐθυ ) α συνθετικό λέξεων, προερχόμενο από το επίθετο ή το επίρρημα. Στα σύνθετα τού ευθυ το α συνθετικό δηλώνει τις σημασίες α) ίσιος («ευθύγραμμος, «εὐθύβλαστος», «εὐθύπορος») β) δίκαιος, ορθός («ευθυκρισία, «ευθύδικος») γ) εύκολος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.